Τετάρτη 04:45(2015)
Πρώτη προβολή: 12-03-2015
Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος
Επιτέλους, μια ταινία για την οποία πρέπει να αισθάνεται περήφανος ο Ελληνικός κινηματογράφος, αναβιώνει το είδος του νουάρ χωρίς δείγμα αναχρονιστικής διάθεσης αλλά με πλήρη σεβασμό στους όρους και τους κανόνες που έθεσε η ιστορία στο είδος.
Γιώργος Κρασσακόπουλος
Όλα δοσμένα με μια συναρπαστική κινηματογράφηση, με ένταση και χιούμορ, με στιβαρές ερμηνείες και κυρίως με την αίσθηση πως αυτό που βλέπεις είναι αληθινό, αδιάβροχο, αλεξίσφαιρο σινεμά. Και αυτό λέει πολλά σε μια ταινία γεμάτη βροχή και σφαίρες...
Ηλίας Φραγκούλης
Πέρα από μικρές ενστάσεις, η μεγάλη επιτυχία του Αλέξη Αλεξίου εντοπίζεται στη... «μετανάστευση» ενός φιλμικού είδους αρκετά ξένου για εμάς, μέχρι τα πάτρια εδάφη, με λειτουργικό τρόπο και πολλές πτυχές στο ξεδίπλωμα της αφήγησής του. Με μια φυσικότητα στη γλώσσα, στην απεικόνιση, στον διόλου... εξαναγκασμένο ρυθμό. Χωρίς «παραξενιές». Με ευθύνη. Η «Τετάρτη 04:45» είναι ένα είδος σινεμά που πρέπει να έχουμε σε τούτον τον τόπο.
Χρήστος Πολίτης
Η «Τετάρτη 04:45» είναι μια ταινία σπάνια. Ο τρόπος να πεις πως η ταινία είναι «από εκείνες που συχνά δεν βλέπεις στο ελληνικό σινεμά» είναι εδώ ένας τρόπος αγενής. Η ταινία αυτή στέκεται σαν ταινία. Τελεία. Δεν μιλάς με εθνικότητες. Μιλάς με κανόνες σινεμά, ρυθμών, αφηγήσεων και κυρίως αξίας καλλιτεχνικής.
Μανώλης Κρανάκης
Διανύοντας όλη την απόσταση ανάμεσα στο κλασικό αμερικάνικο νουάρ και τον Τζον Γου, όλο το σινεφιλικό μονοπάτι που ενώνει εκ των πραγμάτων τον Ντέιβιντ Λιντς με το μελόδραμα και τις ασυνείδητες αρχικές κόμικς καταβολές των φιλμ νουάρ με το «Sin City» του Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, ο Αλέξης Αλεξίου περιπλανιέται μέσα στη δική του χριστουγεννιάτικη αμαρτωλή μητρόπολη αποφασισμένος να σε βυθίσει στον απόλυτο εφιάλτη.
Νίκος Δρίβας
Το Τετάρτη 04:45 είναι μια ταινία που βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον και σε συνεπαίρνει στον ρυθμό και το στυλ της, σε μια προσπάθεια η οποία είναι άξια συγχαρητηρίων, διότι καταφέρνει να δώσει μια ταινία που δεν βλέπουμε συχνά (εννοώντας σαν είδος) στον Ελληνικό κινηματογράφο. Δυστυχώς, σε μερικά κρίσιμα σημεία και για κάποιες λεπτομέρειες χάνει την ευκαιρία να γίνει μια από τις πιο αξιομνημόνευτες των τελευταίων χρόνων.
Φοίβος Κρομμύδας
Μια πάρα πολύ καλή απόπειρα νουάρ χρωματισμών μιας ούτως ή άλλως πολύχρωμης χριστουγεννιάτικης Αθήνας, με τους κομπλέ καταραμένους χαρακτήρες να θυμίζουν σύγχρονες εκδοχές κλασικών φιγούρων.
Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος
Ενώ το πορτρέτο του πρωταγωνιστή είναι στιβαρά ερμηνευμένο από τον Στέλιο Μάινα και μεστά σχεδιασμένο, οι σαρκαστικές λεκτικές ανταλλαγές μοιάζουν σεναριακά επινοημένες, όπως ο ιδιαίτερα αποτελεσματικός στους ρόλους του κακού Σωτήρης Τζουμάκης, που εδώ καλείται να τεντώσει το σχοινί του μαφιόζου στα όριά του, ενίοτε έξω από την «ηθική» της ταινίας – εννοώντας πως ένας Ταραντίνο φροντίζει πάντα να πειθαρχεί στο υπερρεαλιστικό κλίμα που φτιάχνει από την αρχή, όποια κι αν είναι η ιστορία που πραγματεύεται.
Αγγελική Στελλάκη
Αρκετά καλό δείγμα νουάρ μεταφερμένο στην Αθήνα, με μία ιστορία που μπορεί να την έχουμε ξαναδεί στη μεγάλη οθόνη, αλλά τώρα τη βλέπουμε με εγχώρια υλικά και μία εξαιρετική φωτογραφία.
Νεκτάριος Σάκκας
Χρησιμοποιεί την ούτως ή άλλως κριτική ματιά του νουάρ για να αποδώσει με πικρό, στοχευμένο χιούμορ των τέλος των οδυνηρών μας αυταπατών, με τον Αλεξίου να οικοδομεί μία ιστορία εξίσου προσβάσιμη στο ελληνικό και το ξένο κοινό.
Χρήστος Μήτσης
Η διάχυτη διηγηματική ειρωνεία (που ξεκινά από τους διαλόγους και φτάνει στο «πειραγμένο» easy listening σάουντρακ ) βοηθά την ταινία να ξεπεράσει κάποιες μελοδραματικές σεναριακές αμηχανίες, όχι όμως και την ισοπεδωτική παρουσία της Ελλάδας της κρίσης, που –αντί για ντεκόρ της πλοκής– γίνεται ακόμη ένας πρωταγωνιστής του φιλμ.